ἄβυσσος

ἄβυσσος
See also: βυθός
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄβυσσος — bottomless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άβυσσος — Φυσική κοιλότητα στον φλοιό της Γης, πολύ βαθιά και κάθετη. Ά. υπάρχουν τόσο στα τμήματα ξηράς που έχουν αναδυθεί (π.χ. η ά. Μπερταρέλι στην Ιστρία, η Σπλούγκα ντέλα Πρέτα στην Ιταλία, κοντά στη Βερόνα, το βάραθρο του Μπερζέ στη ΝΔ Γαλλία) όσο… …   Dictionary of Greek

  • άβυσσος — η 1. βαθύ χάσμα στη γη, μεγάλο βάθος στη θάλασσα: Αυτό που ανοιγόταν μπροστά τους δεν ήταν βάραθρο, ήταν άβυσσος. 2. ανεξερεύνητος, καταχθόνιος: Αυτός έχει ψυχή άβυσσο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άβυσσος — [ависсос] ουσ. Θ. бездна, пропасть …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἄβυσσον — ἄβυσσος bottomless masc/fem acc sg ἄβυσσος bottomless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβύσσοις — ἄβυσσος bottomless masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβύσσου — ἄβυσσος bottomless masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβύσσους — ἄβυσσος bottomless masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβύσσων — ἄβυσσος bottomless masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβύσσῳ — ἄβυσσος bottomless masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄβυσσα — ἄβυσσος bottomless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.